Ο Μακεδονικός Αγώνας
Συλλογική Μνήμη, Σύμβολα και Ιστορία


Για τους Μακεδόνες, ο αγώνας για την εξουδετέρωση της βουλγαρικής επιρροής στην πατρίδα τους κατά την πρώτη δεκαετία του 20ου αι. έχει συμβολικό και ουσιαστικό χαρακτήρα. Είναι το δικό τους ’21, η δική τους παλλαϊκή στράτευση και εποποιία γεμάτη θυσίες και ηρωισμούς, ένα κεφάλαιο της ελληνικής ιστορίας κατάδικό τους.

Η ζωντανή αυτή σύνδεση έχει την εξήγησή της, που δεν είναι μόνον η μικρή σχετικά χρονική απόσταση από τα γεγονότα, μόλις τρεις γενιές. Ο Μακεδονικός Αγώνας ήταν μια σύνθετη διαδικασία- ήταν μια διαδρομή, που ξεπερνά κατά πολύ τα τυπικά όριά του (1903-1908) προς τα εμπρός, αλλά και προς τα πίσω. Η αφετηρία του δεν είναι μόνον η θρησκευτική και εθνική χειραφέτηση των Βουλγάρων και η προσπάθειά τους να εξασφαλίσουν ένα όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κράτος. Είναι, επίσης, η διαδικασία εκσυγχρονισμού της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Τα επόμενα 20 χρόνια η γοργή εθνική αφύπνιση των Μακεδόνων γύρω από ένα πυκνό δίκτυο ελληνικών σχολείων, πολυπληθών συλλόγων και σωματείων, συμπορεύτηκε με την οικονομική ανέλιξη και την οικοδόμηση ισχυρών δεσμών με το ελληνικό βασίλειο-δεσμών, που σφυρηλατήθηκαν κατά τη διάρκεια απελπισμένων επαναστατικών κινημάτων το 1878 και το 1896.

Είναι γνωστό, ότι ο κίνδυνος για την απώλεια της Μακεδονίας, ως σημαντικού γεωγραφικού χώρου και ακόμη σημαντικότερου κεφαλαίου της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς και ιστορίας, συγκίνησε πολλούς στο ελληνικό βασίλειο. Άνδρες σαν τον Παύλο Μελά και τους αξιωματικούς της γενιάς του είχαν ήδη θητεύσει στα θρανία του αλυτρωτισμού και του αρματολισμού. Τη ζωή τους δεν την υπολόγιζαν, αν ήταν να καταλάβουν μια θέση στην ιστορία ανάλογη με αυτή των αγωνιστών του ’21.

Πρώτος ο Μελάς και με τη σειρά τους μερικές ακόμη δεκάδες αξιωματικοί και υπαξιωματικοί είχαν την ευκαιρία να υλοποιήσουν το όνειρό τους κερδίζοντας ένα μικρό μόνο κομμάτι μακεδονικής γης, έναν τάφο, αλλά μια σημαντική θέση στο εθνικό πάνθεον των ηρώων.

Το Μουσείο του Μακεδονικού Αγώνα

Όμως ο Αγώνας δεν είχε τελειώσει οριστικά. Αναβίωσε ξανά στις μέρες του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και της βουλγαρικής κατοχής της Ανατολικής Μακεδονίας, στα χρόνια του μεσοπολέμου, όταν βουλγαρικές συμμορίες συνέχιζαν να παραβιάζουν τα ελληνικά σύνορα και ακόμη περισσότερο τη δεκαετία του 1940 και μετά στον Εμφύλιο Πόλεμο.

Στα χρόνια, που πέρασαν, παρέμεινε μια ιστορική εκκρεμότητα: η ίδρυση ενός μουσείου για τον Μακεδονικό Αγώνα. Η ιδέα ήταν πολύ παλιά, ίσως του ίδιου του Βενιζέλου, αλλά η υλοποίησή της χρειάστηκε πολλά χρόνια και την επέμβαση πολλών προσωπικοτήτων της πολιτικής ζωής. Ο σεισμός του 1978 στη Θεσσαλονίκη ανάγκασε την απομάκρυνση του δημοτικού σχολείου, που για δεκαετίες στεγαζόταν στο κτίριου του παλαιού Γενικού Προξενείου της Ελλάδας. Το νεοκλασικό αυτό οικοδόμημα του 1894, σε σχέδια του Ερνέστου Τσίλλερ, θεωρούνταν ανέκαθεν ως το καταλληλότερο για να στεγάσει ένα τέτοιο Μουσείο. Από αυτό ο Πρόξενος Λάμπρος Κορομηλάς και οι συνεργάτες του είχαν διευθύνει για τέσσερα χρόνια τον Αγώνα.

Το ιστορικό αυτό κτίριο παραχωρήθηκε, τελικά, στο Σωματείο των Φίλων του Μουσείου του Μακεδονικού Αγώνα και από το 1982 λειτουργεί ως Μουσείο.

Στα είκοσι χρόνια της λειτουργίας του ξεναγήθηκαν δωρεάν 450.000 επισκέπτες. Στους χώρους του, ανακαινισμένους δυο φορές, συγκεντρώθηκαν όχι μόνον κειμήλια του Αγώνα και πλούσιο φωτογραφικό υλικό, αλλά και σημαντικός όγκος αρχειακού υλικού ελληνικής, ευρωπαϊκής και αμερικανικής προέλευσης. Τα αρχεία αυτά αποτελούν το σημαντικότερο κεφάλαιο του θυγατρικού Κέντρου Έρευνας Μακεδονικής Ιστορίας και Τεκμηρίωσης (Κ.Ε.Μ.Ι.Τ.), που από το 1988 επιδόθηκε σε ερευνητικά και εκδοτικά προγράμματα, συμβάλλοντας όχι μόνο στην επιστημονική επιμόρφωση, αλλά και στην κατάρτιση στελεχών εμπείρων στα βαλκανικά ζητήματα.

Βασίλης Κ. Γούναρης
Αναπληρωτής Καθηγητής ΑΠΘ