Ο αγώνας στην Ανατολική Μακεδονία

Η οργάνωση ένοπλης αντίστασης στην Ανατολική Μακεδονία δεν ήταν η ευκολότερη υπόθεση. Τα σύνορα της Βουλγαρίας ήταν σχετικά κοντά, το έδαφος πεδινό, οι καπνοκαλλιεργητές ιδιαίτερα ευάλωτοι στις πιέσεις των ενόπλων και η παρουσία σημαντικών στελεχών του βουλγαρικού κομιτάτου, όπως ο Σαντάσκι και ο Πανίτσας, έντονη. Στα τέλη του 1905, παρά το σύντομο πέρασμα του Ίωνα Δραγούμη από το Προξενείο Σερρών, υπήρχαν ολιγάριθμες πολιτοφυλακές σε μια δεκάδα μόνον χωριών, αλλά όχι σημαντική δύναμη αποτροπής ή κρούσης.

Η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε, πραγματικά, με την τοποθέτηση στο Προξενείο Σερρών του Αντωνίου Σακτούρη ως προξένου και του Υπολοχαγού Δημοσθένη Φλωριά ως «ειδικού γραφέα», οι οποίοι υιοθέτησαν και εφάρμοσαν επιθετικότερη τακτική. Σε γενικές γραμμές η ελληνική δράση διαιρέθηκε σε τρεις περιοχές: στο αρχηγείο του Μπέλλες, με καπετάνιο τον έμπειρο Στέργιο Βλάχμπεη, στο αρχηγείο της Νιγρίτας, με αρχηγό τον Αλέξανδρο Αϊβαλιώτη, στο αρχηγείο Ζίχνης και Παγγαίου, με καπετάνιο τον Δούκα Γαϊτατζή.

Κοντά στους πυρήνες αυτούς έδρασαν πολλά μικρότερα σώματα υπό την αρχηγία είτε στρατιωτικών, όπως του Κωνσταντίνου Νταή στο Παγγαίο, είτε εντοπίων καπεταναίων, όπως του ιερέα παπα ― Πασχάλη, που βρήκε τραγικό θάνατο σε σύγκρουση με τουρκικό απόσπασμα, κ.α.

Το δραματικότερο περιστατικό του Αγώνα εκτυλίχθηκε μέσα στην ίδια την πόλη των Σερρών, στις 14 Ιουλίου 1907, όταν το μικρό σώμα του Μητρούση Γκογκολάκη εισήλθε για «εκκαθαρίσεις». Προδομένος ο Μητρούσης, δύο συγχωριανοί του και δύο οπλίτες από τη Νότια Ελλάδα παγιδεύτηκαν στο προαύλιο του Ναού της Ευαγγελίστριας. Όταν ο Μητρούσης έμεινε μόνος του, αμπαρώθηκε στο καμπαναριό και, αφού εξάντλησε τα πυρομαχικά, αυτοκτόνησε με το μαχαίρι του. Οι δύο αιχμάλωτοι σύντροφοί του, ο Νίκος Παναγιώτου και ο Γιάννης Ούρδας, απαγχονίστηκαν.