«Το δοξασμένο Μοναστήρι»

Στις αρχές του 20ου αιώνα το Μοναστήρι ήταν, από πολλές απόψεις, μια πραγματική ακρόπολη του Ελληνισμού στη Μακεδονία. Γενναίες χορηγίες κατά την περίοδο 1880-1900 είχαν εξοπλίσει την πόλη με εντυπωσιακά εκπαιδευτικά ιδρύματα: πλήρες γυμνάσιο, παρθεναγωγείο με γυμνασιακό τμήμα, αστική σχολή αρρένων, κεντρικό νηπιαγωγείο και άλλα οκτώ συνοικιακά. Μολονότι οι Έλληνες δεν υπερίσχυαν δημογραφικά, ωστόσο η πολιτιστική τους δημιουργία δεν περνούσε απαρατήρητη από κανέναν. Από την άλλη πλευρά η ίδια η γεωγραφική θέση της πόλης, κοντά στα βορειότερα όρια των ελληνικών διεκδικήσεων και στα πολυάνθρωπα χωριά του οροπεδίου του Μοριχόβου, την καθιστούσαν σημαντικό προμαχώνα. Το Μοναστήρι δεν μπορούσε να μένει αμέτοχο στον Αγώνα.

Μολονότι η πόλη δεν ήταν αποκομμένη από τα τεκταινόμενα στη Δυτική Μακεδονία και, μάλιστα, στο γειτονικό Μορίχοβο, η ενεργοποίησή της συνδέεται και με την παρουσία του Ίωνα Δραγούμη ως διπλωματικού υπαλλήλου στο ελληνικό προξενείο το 1902-1903. Τότε συγκροτείται η «Μακεδονική Άμυνα», η εσωτερική οργάνωση της πόλης, που ακτινωτά εξαπλώνεται στην ευρύτερη περιφέρεια.

Όμως, ο πραγματικός πόλεμος γίνεται από τη νεολαία των μικροαστικών στρωμάτων και έχει περιγραφεί γλαφυρότατα από τον σύγχρονο των γεγονότων Μοναστηριώτη πολιτικό και πεζογράφο Γεώργιο Μόδη. Έφηβοι με το πιστόλι στο χέρι συγκρούονται για την κυριαρχία την ελληνικής γλώσσας σε κάθε μαχαλά, ιδιαίτερα στους περιφερειακούς.

Η πορεία των επιχειρήσεων του Α’ Βαλκανικού Πολέμου άφησε τους τάφους των Μοναστηριωτών Μακεδονομάχων εκτός ελληνικής επικράτειας. Η πικρία της προσφυγικής τους κοινότητας αμβλύνεται, όταν, τουλάχιστον, η μνήμη των αγώνων τους, πολεμικών και πολιτισμικών, δεν μένει εκτός των εγχειριδίων της ιστορίας.