Η κλέφτικη παράδοση

Στη Μακεδονία, στις αρχές του 20ου αιώνα, η Ελλάδα συνάντησε την ιστορία της. Η Τρίτη γενιά μετά την Επανάσταση του ’21 είχε ήδη συμπλέξει τη φουστανέλα και τον ντουλαμά με την πολεμική αρετή και είχε αναγάγει τους Κλέφτες σε σύμβολα παλικαριάς. Πώς μπορούσαν οι Έλληνες να πολεμήσουν «φραγκοφορεμένοι»; Ο Κωνσταντίνος Μαζαράκης γράφει στα απομνημονεύματά του ότι: «Ο ελληνικός ντουλαμάς τους ηλέκτριζεν. Υπήρξαν άνθρωποι που έγιναν ‘κλέφτες’ δια να φορέσουν την φουστανέλλαν». Αν και οι φωτογραφίες, όχι μόνον των καπετάνιων του Μακεδονικού Αγώνα, αλλά και των οπλιτών, τους απεικονίζουν φορτωμένους με όλα τους τα τσαπράζια, ωστόσο η πραγματικότητα φαίνεται ότι επέβαλε μια πιο λιτή παρουσία με δερμάτινα ρούχα.

Στην πράξη πιο ουσιαστική από την ενδυμασία και την τελετουργία ήταν η υιοθέτηση άλλων όψεων της κλέφτικης παράδοσης. Ο αριθμός των ανδρών του σώματος ήταν μικρός, 25-45 άτομα, για να είναι αποτελεσματικό, χωρίς να γίνεται αμέσως αντιληπτό. Η δράση και η κίνηση γινόταν, κατά κανόνα, τη νύκτα και ο ύπνος την ημέρα. Όσοι δρούσαν στα ορεινά φρόντιζαν με επιμέλεια για τα λημέρια και τα γιατάκια τους.

Πολλοί παλαίμαχοι κλέφτες, που εντάθηκαν για διάφορους λόγους στα σώματα έδειξαν ότι αναπόσπαστο τμήμα του κλέφτικου βίου ήταν, επίσης, το μαχαίρι και η σκληρή βία. Στο σημείο αυτό η σύμπλευσή τους με τους διπλωμάτες, τους στρατιωτικούς και τους άλλους εθελοντές δεν ήταν πάντοτε δεδομένη. Είχαν την αίσθηση ότι για την επιτυχία του Αγώνα χρειαζόταν συνάμα διπλωματία. Αν έπρεπε να κερδίσουν τον πόλεμο των φρονημάτων, τότε δεν έπρεπε να απομονωθούν ψυχικά από τους χωρικούς, υιοθετώντας την αποτελεσματική, αλλά σκληρή στάση του βουλγαρικού κομιτάτου. Ο Μελάς είχε δείξει πρώτος τα εντυπωσιακά αποτελέσματα, αλλά και τα όρια της ιδεολογικής αγωγής και της ευγενικής συμπεριφοράς.