Οι Γκρεκομάνοι

Για το βουλγαρικό κομιτάτο ο πραγματικός εχθρός δεν ήταν οι Έλληνες αντάρτες ― ήταν οι Γκρεκομάνοι, αυτοί οι περίεργοι πολεμιστές, που, ενώ μιλούσαν βουλγαρικά, αρνούνταν με τις πράξεις τους να επαληθεύσουν τη θεωρία, ότι η γλώσσα είναι αλάθητο κριτήριο της εθνικής ταυτότητας, όπως ισχυριζόταν η Σόφια. Ήθελαν να είναι Έλληνες και ήταν έτοιμοι να το αποδείξουν.

Οι τάξεις των σλαβόφωνων Μακεδονομάχων ήταν πυκνότατες, γιατί ήταν δική τους θέση, που ενδιέφερε τόσο την Ελλάδα, όσο και τη Βουλγαρία. Κατοικούσαν μεγάλο μέρος της διαφιλονικούμενης «μεσαίας ζώνης» της Μακεδονίας.

Ο σλαβόφωνος χώρος είχε τη δική του αρματολική και κλέφτικη παράδοση, που καθόλου δεν υστερούσε αυτής της υπόλοιπης Ελλάδας. Σλαβόφωνοι μαχητές του ’21 εξέτειναν τη δράση τους μέχρι τη Νότια Ελλάδα, όταν η επανάσταση στη Μακεδονία είχε εκπνεύσει. Οι νεότερες γενιές πήραν μέρος σε σειρά επαναστατικών κινημάτων με σημαντικότερο αυτό του 1878, που κάλυψε ολόκληρη τη Δυτική Μακεδονία από τον Όλυμπο μέχρι το Βίτσι.

Ο θρύλος του σλαβόφωνου Κώτα Χρήστου, του άρχοντα των Κορεστίων, είναι ο γνωστότερος, αλλά όχι ο μοναδικός. Δυναμικός εκδικητής των Αλβανών μπέηδων της περιοχής, είδε το όραμά του για ελευθερία να παγιδεύεται ανάμεσα σε δύο συγκρουόμενους εθνικισμούς. Αμφιταλαντεύτηκε το 1903, επέλεξε τον ελληνικό, ως παραδοσιακός Ρωμιός, ενώ έγινε δυναμικός υποστηρικτής του. Η γνωριμία του και η συνεργασία με τον Παύλο Μελά και τους άλλους πρωτεργάτες του Αγώνα τον έκαναν πασίγνωστο, αλλά δεν τον βοήθησαν να διαφύγει από τα δαιδαλώδη μονοπάτια της τοπικής μικροπολιτικής. Προδομένος, συνελήφθη από τους Τούρκους και απαγχονίστηκε στο Μοναστήρι. Πολλοί σλαβόφωνοι συμπατριώτες του ακολούθησαν τα παράδειγμά του, σε κάθε χωριό της Μακεδονίας.