Στα μυστικά του Βάλτου

Η Πηνελόπη Δέλτα χάρισε στους Μακεδονομάχους του Βάλτου των Γιαννιτσών ― πρώτα απ’ όλους στον αδικοχαμένο καπετάν Άγρα ― την αιωνιότητα. Η προσωπική της ιστορική έρευνα δημιούργησε επιπλέον ένα σημαντικό απόθεμα γνώσης: τα απομνημονεύματα των καπεταναίων του Βάλτου, που γράφτηκαν κατά παραγγελία της. Από το υλικό αυτό εξηγείται, καταρχήν, το σοβαρό ενδιαφέρον των ελληνικών και των βουλγαρικών σωμάτων για την αχανή ελώδη έκταση, που σχημάτιζε η ασαφής κοίτη του ποταμού Λουδία. Ο Βάλτος ήταν το σταυροδρόμι όλων των βασικών οδικών και σιδηροδρομικών αρτηριών της Μακεδονίας. Επιπλέον, ήταν το μόνο σχετικά ασφαλές κρησφύγετο στην Κεντρική Μακεδονία.

Η πρόσβαση στο Βάλτο γινόταν από τις εκβολές των ποταμών με τη βοήθεια των χωρικών του Ρουμλουκιού. Τα σώματα αξιοποιούσαν τις ψαράδικες καλύβες, τις βελτίωναν με χαμηλά τειχίσματα, ή έκτιζαν πιο ευρύχωρες. Για την κίνησή τους στα έλη χρησιμοποιούσαν τις επίπεδες πλάβες και έκαναν καθημερινή χρήση εντοπίων οδηγών, που γνώριζαν τις δαιδαλώδεις διαδρομές μέσα από τα πυκνά καλάμια. Η διαβίωση, χειμώνα και καλοκαίρι, ήταν ικανή να τσακίσει και τον πιο σκληροτράχηλο αγωνιστή. Ελώδεις και ρευματικοί πυρετοί υπέσκαπταν την υγεία τους, καθώς ζούσαν με συντροφιά τα πυκνά σμήνη των κουνουπιών και τη διαπεραστική υγρασία. Κανένας δεν έφυγε αλώβητος.

Οι επιχειρήσεις στην περιοχή ήταν δύο ειδών: κινήσεις θέσεων με πλωτά για την κατάληψη στρατηγικών σημείων εντός του Βάλτου και περιστασιακές επιδρομές πεζών σε κοντινά χωριά. Η είσοδος των ελληνικών σωμάτων άρχισε στα τέλη του 1905 με τον Σταύρο Ρήγα και τον Γιώργο Τόμπρα. Την άνοιξη του 1907 οι εκτεταμένες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του τουρκικού στρατού περιόρισαν σημαντικά τη δράση όλων των σωμάτων στην περιοχή. Λίγες εβδομάδες αργότερα, στις αρχές Ιουνίου, ο ίδιος ο Άγρας προδομένος από τον αστείρευτο ρομαντισμό του απαγχονίστηκε από τους Βουλγάρους κοντά στο χωριό, που σήμερα φέρει το όνομά του.