«Ματωμένα ράσα»

Από τη στιγμή, που η εθνική χειραφέτηση των Βουλγάρων εκδηλώθηκε με την ίδρυση, απόσχιση και εξάπλωση της εξαρχικής τους εκκλησίας, η εμπλοκή του κλήρου της Μακεδονίας στην ελληνοβουλγαρική διαμάχη ήταν απολύτως αναμενόμενη. Ο αγροτικός πληθυσμός της, αναλφάβητος ακόμη στην πλειοψηφία του, ήταν βαθύτατα θρησκευόμενος και απολύτως εξαρτημένος από τον, επίσης, αμόρφωτο, συνήθως, κατώτερο κλήρο. Η ιεροσύνη, τις περισσότερες φορές, ήταν κληρονομικό αξίωμα που μεγιστοποιούσε, γενιά-γενιά, την επιρροή ορισμένων οικογενειών. Αν αυτές οι οικογένειες γίνονταν εξαρχικές, ολόκληρο το χωριό θα μεταστρεφόταν.

Το πρόβλημα γινόταν συνθετότερο εξαιτίας της εφεκτικής στάσης του Πατριαρχείου μέχρι τα τέλη του 19ου αι. έναντι της Εξαρχίας, αλλά και της καχυποψίας που σε πολλές περιπτώσεις χαρακτήριζε τις σχέσεις μητροπολιτών και χωρικών.

Η αφοσίωση του κατώτερου κλήρου στον Πατριάρχη ήταν η πρώτη γραμμή άμυνας του Ελληνισμού, γραμμή γεμάτη απώλειες και μάρτυρες. Οι ιερείς ήταν, εκ των πραγμάτων, ο πρώτος, ο ευκολότερος και συμβολικός στόχος του βουλγαρικού κομιτάτου.

Η δεύτερη γραμμή άμυνας ήταν μια νέα γενιά μορφωμένων μητροπολιτών, τους οποίους τοποθέτησε στη Μακεδονία, στις αρχές του περασμένου αιώνα το Πατριαρχείο, με την πεποίθηση ότι έπρεπε να πάρει επιθετική στάση. Αυτοί ανέλαβαν και πέτυχαν να αναστρέψουν το κλίμα φρονηματίζοντας όχι μόνον με το σταυρό, αλλά και με το γκρα στο χέρι, όποτε οι περιστάσεις το επέβαλαν. Ο Γερμανός Καραβαγγέλης στην Καστοριά, ο Ιωακείμ Φορόπουλος στο Μοναστήρι και ο Χρυσόστομος Καλαφάτης στη Δράμα είναι οι γνωστότεροι από αυτούς, μολονότι ο Φώτιος Καλπίδης, (Κορυτσάς), και ο Αιμιλιανός Λαζαρίδης (Πέτρας) έπεσαν τελικά και οι ίδιοι θύματα του Αγώνα για τη Μακεδονία.