Διπλωμάτες και αντάρτες

Δεν είναι λίγοι αυτοί, που πιστεύουν λανθασμένα, ότι ο Μακεδονικός Αγώνας διεξήχθη από τον ιδιωτικό φορέα. Αγνοούν, ότι αξιωματικοί, υπαξιωματικοί, οπλίτες και εφόδια παντός είδους προέρχονταν από το στράτευμα, και ότι το δημόσιο κάλυπτε τις δαπάνες του εκπαιδευτικού μηχανισμού στη Μακεδονία. Η σημαντικότερη, όμως, συμβολή της Ελλάδας, ίσως, δεν ήταν η οικονομική και λογιστική υποστήριξη του Αγώνα στη Μακεδονία. Ήταν ο στρατηγικός ρόλος που έπαιξαν οι Έλληνες διπλωμάτες, που έδρευαν στις Σέρρες, την Καβάλα, το Μοναστήρι και τη Θεσσαλονίκη.

Η συνεισφορά του Γενικού Προξενείου Θεσσαλονίκης ήταν η πλέον καθοριστική, όχι μόνον επειδή υπήρξε για τρία χρόνια η έδρα του Λάμπρου Κορομηλά, που με τις αναφορές του ενεθάρρυνε την ενεργητικότερη συμμετοχή του κράτους στον Αγώνα. Στο κτήριο του Προξενείου, γνωστό ως «Κέντρο», εγκαταστάθηκαν επίλεκτοι αξιωματικοί, που ανέλαβαν, ως «ειδικοί γραφείς» το ρόλο των επιτελών. Σε αυτούς κατέληγαν οι αναφορές, αυτοί εκτιμούσαν την κατάσταση, έδιναν οδηγίες, συναντούσαν εκκλησιαστικούς και εκπαιδευτικούς παράγοντες, ακόμη και οπλαρχηγούς, φιλοξενούσαν μαχητές στο Προξενείο. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που, σε συνεργασία με τοπικούς παράγοντες της πόλης, επιχείρησαν και πέτυχαν αποδράσεις ανταρτών, δωροδοκίες αξιωματούχων ή υπεξαιρέσεις τουρκικών εγγράφων. Ήταν πραγματικοί αντάρτες με στολή, όμως, διπλωμάτη. Ο Δημήτριος Κάκκαβος και ο Αθανάσιος Εξαδάκτυλος είχαν τη μεγαλύτερη υπηρεσία στον τομέα αυτό, μαζί με τον Διερμηνέα Θεόδωρο Ασκητή, που δολοφονήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου 1908.

Το Μοναστήρι, ήταν το άλλο μεγάλο προξενικό κέντρο, που συνδέθηκε, καταρχήν, με την ευεργετική για τον Αγώνα παρουσία του Ίωνα Δραγούμη. Έτσι η επαφή του εντόπιου πληθυσμού με τους διπλωμάτες και τους αξιωματικούς προσέλαβε μυθιστορηματικές διαστάσεις. Τα προξενικά κτήρια και, μάλιστα, αυτό της Θεσσαλονίκης, θεωρήθηκαν τόποι μυθικοί, γεμάτοι υποσχέσεις ελευθερίας.